καρναβάλι
•
- λαογραφίαη εορταστική περίοδος της αποκριάς Βικιλεξικό
- Περιμένουν το καρναβάλι για να ξεφαντώσουν.
- οι εορταστικές εκδηλώσεις της αποκριάς Βικιλεξικό
- Το περίφημο καρναβάλι της Πάτρας.
- συνεκδοχικάο μεταμφιεσμένος που μετέχει στις εορταστικές εκδηλώσεις Βικιλεξικό
- Θα ντυθούμε καρναβάλια.
Ετυμολογία
καρναβάλι < ιταλική carnevale < λατινική carnem levare (απομακρύνω, εξαφανίζω το κρέας) < caro + levo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρναβάλι | καρναβάλια |
| Γενική | καρναβαλιού | καρναβαλιών |
| Αιτιατική | καρναβάλι | καρναβάλια |
| Κλητική | καρναβάλι | καρναβάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →