καρναβαλίστρια
•
- θηλυκό του καρναβαλιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρναβαλίστρια < καρναβαλισ(τής) + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρναβαλίστρια | καρναβαλίστριες |
| Γενική | καρναβαλίστριας | καρναβαλιστριών |
| Αιτιατική | καρναβαλίστρια | καρναβαλίστριες |
| Κλητική | καρναβαλίστρια | καρναβαλίστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →