καρπαζιά
•
- κυριολεκτικάδυνατή σφαλιάρα στο σβέρκο Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ταπείνωση, η προσβολή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρπαζιά < καλπαζιά < καλπάζω < αρχαία ελληνική καλπάζω (ή γαλλική kepaze < οθωμανική τουρκική كپازه)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρπαζιά | καρπαζιές |
| Γενική | καρπαζιάς | καρπαζιών |
| Αιτιατική | καρπαζιά | καρπαζιές |
| Κλητική | καρπαζιά | καρπαζιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →