Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρποφορία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το αποτέλεσμα του καρποφορώ, η παραγωγή καρπών Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη απολαβή οφελών αποτελέσματος κατόπιν προσπάθειας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καρποφορία < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική καρποφόρος < καρπός + φέρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαρποφορίακαρποφορίες
Γενικήκαρποφορίαςκαρποφοριών
Αιτιατικήκαρποφορίακαρποφορίες
Κλητικήκαρποφορίακαρποφορίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →