Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάρπισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καρπίζω Βικιλεξικό
    • Στὴ Δύση ἡ Αναγέννηση, τὸ ἄφταστο κάρπισμα τοῦ Κουατροτσέντο καὶ τοῦ Τσινκουετσέντο. Ἡ χαρὰ τῆς ζωῆς, ἡ νίκη τῆς χαρᾶς, τῆς χάρης καὶ τοῦ ὡραίου (Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης, Οι Μαυρόλυκοι, το Χρονικό της Τουρκοκρατίας, 1565-1799, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας", Ι.Δ. Κολλάρου, 2005)

Ετυμολογία

κάρπισμα < μεσαιωνική ελληνική κάρπισμα < αρχαία ελληνική καρπίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάρπισμακαρπίσματα
Γενικήκαρπίσματοςκαρπισμάτων
Αιτιατικήκάρπισμακαρπίσματα
Κλητικήκάρπισμακαρπίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →