καρπούζι
•
- φρούτοο καρπός της καρπουζιάς (Citrullus lanatus) με πράσινη, λεία και χοντρή φλούδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρπούζι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική قارپوز (τουρκική karpuz) + -ι< περσική خربزه (xarboze, πεπόνι). σύνθετη λέξη προέλευσης από την πρωτοϊνδοϊρανική το πρώτο συνθετικό, με σημασία «γάιδαρος» και προέλευσης από την πρωτοσημιτική το δεύτερο συνθετικό (είδος φυτού σαν καλάμι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρπούζι | καρπούζια |
| Γενική | καρπουζιού | καρπουζιών |
| Αιτιατική | καρπούζι | καρπούζια |
| Κλητική | καρπούζι | καρπούζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →