καρσιλαμάς
•
- χορόςανατολίτικος αντικριστός ζωηρός χορός (χορεύεται από δύο άτομα αντικριστά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρσιλαμάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική karşılama < karşılamak < karşı (καρσί, απέναντι, αντίκρυ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρσιλαμάς | καρσιλαμάδες |
| Γενική | καρσιλαμά | καρσιλαμάδων |
| Αιτιατική | καρσιλαμά | καρσιλαμάδες |
| Κλητική | καρσιλαμά | καρσιλαμάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →