Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρσί

επίρρημα
•
  1. παρωχημένοαπέναντι Βικιλεξικό
    • Ἀπόξω τὸν Σερπετζὲ καρσί τοῦ Σέτζου ἦταν ἕνας γαμπρὸς τοῦ Γκούρα ὁ Ντεντούσης, τίμιος πατριώτης καὶ γενναίος· κιντυνώδης ἡ θέση αὐτείνη – ἐσκοτώθη (Απομνημονεύματα Στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη, μέσα 19ου αιώνα περίπου)

Ετυμολογία

καρσί < (άμεσο δάνειο) τουρκική karşı < οθωμανική τουρκική قارشو (karşı / karşu) < πρωτοτουρκική

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →