καρσινός
•
- παρωχημένοο απέναντι, ο αντικρινός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρσινός < καρσί + -ινος < τουρκική karşı < οθωμανική τουρκική قارشو (karşı / karşu) < πρωτοτουρκική
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρσινός | καρσινή | καρσινό |
| Γενική | καρσινού | καρσινής | καρσινού |
| Αιτιατική | καρσινό | καρσινή | καρσινό |
| Κλητική | καρσινέ | καρσινή | καρσινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρσινοί | καρσινές | καρσινά |
| Γενική | καρσινών | καρσινών | καρσινών |
| Αιτιατική | καρσινούς | καρσινές | καρσινά |
| Κλητική | καρσινοί | καρσινές | καρσινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →