Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρσινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοο απέναντι, ο αντικρινός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καρσινός < καρσί + -ινος < τουρκική karşı < οθωμανική τουρκική قارشو (karşı / karşu) < πρωτοτουρκική

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρσινόςκαρσινήκαρσινό
Γενικήκαρσινούκαρσινήςκαρσινού
Αιτιατικήκαρσινόκαρσινήκαρσινό
Κλητικήκαρσινέκαρσινήκαρσινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρσινοίκαρσινέςκαρσινά
Γενικήκαρσινώνκαρσινώνκαρσινών
Αιτιατικήκαρσινούςκαρσινέςκαρσινά
Κλητικήκαρσινοίκαρσινέςκαρσινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →