Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρτουνίστικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα καρτούν ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καρτουνίστικος < καρτούν + -ίστικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρτουνίστικοςκαρτουνίστικηκαρτουνίστικο
Γενικήκαρτουνίστικουκαρτουνίστικηςκαρτουνίστικου
Αιτιατικήκαρτουνίστικοκαρτουνίστικηκαρτουνίστικο
Κλητικήκαρτουνίστικεκαρτουνίστικηκαρτουνίστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρτουνίστικοικαρτουνίστικεςκαρτουνίστικα
Γενικήκαρτουνίστικωνκαρτουνίστικωνκαρτουνίστικων
Αιτιατικήκαρτουνίστικουςκαρτουνίστικεςκαρτουνίστικα
Κλητικήκαρτουνίστικοικαρτουνίστικεςκαρτουνίστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →