καρτουνίστικος
•
- που έχει σχέση με τα καρτούν ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρτουνίστικος < καρτούν + -ίστικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρτουνίστικος | καρτουνίστικη | καρτουνίστικο |
| Γενική | καρτουνίστικου | καρτουνίστικης | καρτουνίστικου |
| Αιτιατική | καρτουνίστικο | καρτουνίστικη | καρτουνίστικο |
| Κλητική | καρτουνίστικε | καρτουνίστικη | καρτουνίστικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρτουνίστικοι | καρτουνίστικες | καρτουνίστικα |
| Γενική | καρτουνίστικων | καρτουνίστικων | καρτουνίστικων |
| Αιτιατική | καρτουνίστικους | καρτουνίστικες | καρτουνίστικα |
| Κλητική | καρτουνίστικοι | καρτουνίστικες | καρτουνίστικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →