χαρτί
•
- λεπτό υλικό, φτιαγμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα. Χρησιμοποιείται, ανάλογα με την ποιότητά του, για γραφή, περιτύλιγμα κ.λπ. Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο πολύ λευκό ύφασμα Βικιλεξικό
- οικείοεπίσημο έγγραφο Βικιλεξικό
- χαρτοπαίγνιοτο τραπουλόχαρτο Βικιλεξικό
- έκφραση: έχω χαρτί σήμερα!
Ετυμολογία
χαρτί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαρτίν < ελληνιστική κοινή χαρτίον (υποκοριστικό της αρχαιοελληνικής χάρτης) :* για το τραπουλόχαρτο < (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική carte
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτί | χαρτιά |
| Γενική | χαρτιού | χαρτιών |
| Αιτιατική | χαρτί | χαρτιά |
| Κλητική | χαρτί | χαρτιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →