Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρτί

/xaɾˈti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λεπτό υλικό, φτιαγμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα. Χρησιμοποιείται, ανάλογα με την ποιότητά του, για γραφή, περιτύλιγμα κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτο πολύ λευκό ύφασμα Βικιλεξικό
  3. οικείοεπίσημο έγγραφο Βικιλεξικό
  4. χαρτοπαίγνιοτο τραπουλόχαρτο Βικιλεξικό
    • έκφραση: έχω χαρτί σήμερα!

Ετυμολογία

χαρτί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαρτίν < ελληνιστική κοινή χαρτίον (υποκοριστικό της αρχαιοελληνικής χάρτης) :* για το τραπουλόχαρτο < (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική carte

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαρτίχαρτιά
Γενικήχαρτιούχαρτιών
Αιτιατικήχαρτίχαρτιά
Κλητικήχαρτίχαρτιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →