καρφώνομαι
•
- στέκομαι ακίνητος, καθηλωμένος, λόγω φόβου, έκπληξης ή άλλων συναισθημάτων Βικιλεξικό
- παθητική φωνή του ρήματος καρφώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρφώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος καρφώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →