Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρφώνω

ρήμα
•
  1. μπήζω αιχμηρό αντικείμενο σε άλλο αντικείμενο Βικιλεξικό
    • Νύχτα και μέρα πάντα κοπιάζει, κόβει το ξύλο με το πριόνι, κάθε κομμάτι πλανιάρει, σιάζει και το φιλιάζει και το καρφώνει. (Στέφανος Μαρτζώκης, Ο ξυλοκόπος, Ballades, Ζάκυνθος 1889, σσ. 112-113)
    • Στην αρχή πίστευε ότι τον είχε σκοτώσει, καρφώνοντάς του το μαχαίρι στον λαιμό, αλλά τελικά ο Ζαφείρης αποδείχτηκε επτάψυχος. Την έβγαλα καθαρή, χάνοντας όμως μεγάλο κομμάτι της ομιλίας του. Είναι πολύ δύσκολα πια να καταλάβει κανείς τι λέει. (Πολυχρόνης Κουτσάκης, Δεν είσαι εδώ, εκδ. Πατάκη, 2016)
  2. μεταφορικάπροδίδω κάποιον φίλο στον ανώτερό του Βικιλεξικό
  3. αθλητισμόςβάζω πόντο με καρφί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καρφώνω < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαρφώνωκαρφώνειςκαρφώνεικαρφώνουμεκαρφώνετεκαρφώνουν / καρφώνουνε
Παρατατικόςκάρφωνακάρφωνεςκάρφωνεκαρφώναμεκαρφώνατεκάρφωναν / καρφώναν / καρφώνανε
Αόριστοςκάρφωσακάρφωσεςκάρφωσεκαρφώσαμεκαρφώσατεκάρφωσαν / καρφώσαν / καρφώσανε
Μέλλονταςθα καρφώνω / θα καρφώσωθα καρφώνεις / θα καρφώσειςθα καρφώνει / θα καρφώσειθα καρφώνουμε / θα καρφώσουμεθα καρφώνετε / θα καρφώσετεθα καρφώνουν / θα καρφώνουνε / θα καρφώσουν / θα καρφώσουνε
Παρακείμενοςέχω καρφώσειέχεις καρφώσειέχει καρφώσειέχουμε καρφώσειέχετε καρφώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καρφώσειείχες καρφώσειείχε καρφώσειείχαμε καρφώσει——
Υποτακτικήνα έχω καρφώσει / να καρφώνω / να καρφώσωνα έχεις καρφώσει / να καρφώνεις / να καρφώσειςνα έχει καρφώσει / να καρφώνει / να καρφώσεινα έχουμε καρφώσει / να καρφώνουμε / να καρφώσουμενα έχετε καρφώσει / να καρφώνετε / να καρφώσετενα καρφώνουν / να καρφώνουνε / να καρφώσουν / να καρφώσουνε
Προστακτική—κάρφωνε / κάρφωσε——καρφώνετε / καρφώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →