Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάρφωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κυριολεκτικά και μεταφορικάη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καρφώνω Βικιλεξικό
  2. κυριολεκτικά και μεταφορικάη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καρφώνω Βικιλεξικό
    • Παρουσιάζεται παντοῦ, ἔχει γνώμη γιὰ ὅλα, δημοσιοποιεῖ τὴν προσωπικὴ ζωή του, διοχετεύει στὴν δημοσιότητα πτυχὲς πραγμάτων ποὺ τὸν συμφέρουν, συνδυάζει καταστροφική ἐπιπολαιότητα καὶ κινητικότητα, ἐξάπτει τὴν παραδημοσιογραφία καὶ τελικὰ χαμηλώνει τὴν πολιτικὴ πράξη σὲ ἐπίπεδο κουτσομπολιοῦ, «διαρροῶν» καὶ παντοειδῶν «καρφωμάτων». (Ευθύνη, τεύχος 225, Βιβλιοπωλείο Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1990)
  3. κυριολεκτικά και μεταφορικάη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καρφώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάρφωμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάρφωμα. Συγχρονικά αναλύεται σε καρφώ(νω) + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάρφωμακαρφώματα
Γενικήκαρφώματοςκαρφωμάτων
Αιτιατικήκάρφωμακαρφώματα
Κλητικήκάρφωμακαρφώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →