κασετίνα
•
- γραφική ύληθήκη φτιαγμένη από διάφορα υλικά, στην οποία τοποθετούνται…: Βικιλεξικό
- γραφική ύληθήκη φτιαγμένη από διάφορα υλικά, στην οποία τοποθετούνται…: Βικιλεξικό
- γραφική ύληθήκη φτιαγμένη από διάφορα υλικά, στην οποία τοποθετούνται…: Βικιλεξικό
- γραφική ύληθήκη φτιαγμένη από διάφορα υλικά, στην οποία τοποθετούνται…: Βικιλεξικό
- γλυκόπάστα με επικάλυψη σοκολάτας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κασετίνα < (άμεσο δάνειο) ιταλική cassettina, υποκοριστικό του cassetta. Δείτε κασέτα < cassa + -etta < ιταλική capsa < capio < πρωτοϊταλική *kapjō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kh₂pi-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κασετίνα | κασετίνες |
| Γενική | κασετίνας | κασετινών |
| Αιτιατική | κασετίνα | κασετίνες |
| Κλητική | κασετίνα | κασετίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →