κασετοπειρατεία
•
- παρωχημένοη αναπαραγωγή και διακίνηση κασετών χωρίς απόδοση πνευματικών δικαιωμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κασετοπειρατεία < κασέτ(α) + -ο- + πειρατεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κασετοπειρατεία | κασετοπειρατείες |
| Γενική | κασετοπειρατείας | κασετοπειρατειών |
| Αιτιατική | κασετοπειρατεία | κασετοπειρατείες |
| Κλητική | κασετοπειρατεία | κασετοπειρατείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →