πειρατής
•
- ναυτικός όροςαυτός που συμμετέχει στο πλήρωμα πλοίου το οποίο επιτίθεται σε άλλα, για να αρπάξει το φορτίο τους Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός που ασκεί παράνομη επαγγελματική ή ερασιτεχνική δραστηριότητα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός που ασκεί παράνομη επαγγελματική ή ερασιτεχνική δραστηριότητα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός που ασκεί παράνομη επαγγελματική ή ερασιτεχνική δραστηριότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πειρατής < ελληνιστική κοινή πειρατής < αρχαία ελληνική πειράω < πεῖρα < πρωτοελληνική *peřřa < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pér-ih₂ / *pr̥-yéh₂s < *per- (προσπαθώ, ρισκάρω) ::(μεταφραστικό δάνειο) αγγλική pirate ή (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική pirate
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πειρατής | πειρατές |
| Γενική | πειρατή | πειρατών |
| Αιτιατική | πειρατή | πειρατές |
| Κλητική | πειρατή | πειρατές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →