κασετόφωνο
•
- ηλεκτρονική συσκευή αναπαραγωγής ήχου που έχει έγγραφεί σε κασέτα (ταινίας) Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Το φαράγγι, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2015, ISBN 9789600359398, @google.gr/books
Ετυμολογία
κασετόφωνο < κασέτ(α) + -ό- + φων(ή) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κασετόφωνο | κασετόφωνα |
| Γενική | κασετόφωνου | κασετόφωνων |
| Αιτιατική | κασετόφωνο | κασετόφωνα |
| Κλητική | κασετόφωνο | κασετόφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →