Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κασσίτερος

/kaˈsi.te.ɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χημείαχημικό στοιχείο που ανήκει στα μέταλλα με ατομικό αριθμό 50 και χημικό σύμβολο το Sn, γνωστό και ως καλάι Βικιλεξικό
    • Ο μπρούντζος είναι κράμα χαλκού και κασσίτερου, και ήταν το πρώτο κράμα που δημιουργήθηκε, περίπου τέσσερις χιλιάδες χρόνια πριν (Ελληνικό Ινστιτούτο Ανάπτυξης Χαλκού, ανακτήθηκε στις 6/11/2021 https://web.archive.org/web/20211105223236/https://copperalliance.gr/about-copper/copper-and-its-alloys/alloys/)
    • Η επαναλαμβανόμενη ψυχρή σφυρηλασία με ενδιάμεσες ανοπτήσεις για ανακρυστάλλωση γύρω στους 500^οC είναι εντούτοις, η συνήθης τεχνική που χρησιμοποιείται για μπρούτζους μέσης και υψηλής περιεκτικότητας σε κασσίτερο (5-15% Sn) διότι στη διάρκεια της σφυρηλασίας ενδοτραχύνονται ισχυρά και χρειάζονται ενδιάμεση ανόπτηση για ανακρυστάλλωση προς αποκατάσταση της αρχικής τους ολκιμότητας. (Γιώργος Παπαδημητρίου, Αρχαιομετρικές μελέτες για την ελληνική προϊστορία και αρχαιότητα, επιμέλεια Γιάννης Βασιλάκος, Γιώργος Φακορέλλης, Ελληνική Αρχαιομετρική Εταιρεία, 2001, σελ. 599-600)

Ετυμολογία

κασσίτερος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κασσίτερος (άγνωστης ετυμολογίας, πιθανόν δάνειο από τα σανσκριτικά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκασσίτεροςκασσίτεροι
Γενικήκασσίτερου / κασσιτέρουκασσίτερων / κασσιτέρων
Αιτιατικήκασσίτεροκασσίτερους / κασσιτέρους
Κλητικήκασσίτερεκασσίτεροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →