κασσιτεροκόλληση
•
- μέθοδος σύνδεσης δύο μεταλλικών επιφανειών μεταξύ τους με τήξη κασσιτέρου (ή κράματος κασσιτέρου κ.ά.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κασσιτεροκόλληση < κασσίτερος + -ο- + κόλληση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική (tin) soldering)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κασσιτεροκόλληση | κασσιτεροκολλήσεις |
| Γενική | κασσιτεροκόλλησης | κασσιτεροκολλήσεων |
| Αιτιατική | κασσιτεροκόλληση | κασσιτεροκολλήσεις |
| Κλητική | κασσιτεροκόλληση | κασσιτεροκολλήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →