καστανός
•
- που έχει το χρώμα του κάστανου Βικιλεξικό
- Λοιπόν, τον λένε Αλέξανδρο, είναι λίγο πιο ψηλός από τον Ορέστη, αδύνατος, από κορμί καλός, δεν τον έχω δει ακόμα τόπλες για να σου πω λεπτομέρειες, καστανά μαλλιά, καστανά μάτια. Κάθεται μαζί με τον δικό σου, άρα θα είναι φύτουλας και ο ίδιος. (Ευαγγελία Θεοδωρίδου, Η...λιάδα μιας έφηβης, εκδ. Πατάκης, 2023)
- καστανομάλλης Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοκαστανό: το σχετικό χρώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καστανός < μεσαιωνική ελληνική καστανός < ελληνιστική κοινή κάστανον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καστανός | καστανή | καστανό |
| Γενική | καστανού | καστανής | καστανού |
| Αιτιατική | καστανό | καστανή | καστανό |
| Κλητική | καστανέ | καστανή | καστανό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καστανοί | καστανές | καστανά |
| Γενική | καστανών | καστανών | καστανών |
| Αιτιατική | καστανούς | καστανές | καστανά |
| Κλητική | καστανοί | καστανές | καστανά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →