Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καστανός

/ka.staˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει το χρώμα του κάστανου Βικιλεξικό
    • Λοιπόν, τον λένε Αλέξανδρο, είναι λίγο πιο ψηλός από τον Ορέστη, αδύνατος, από κορμί καλός, δεν τον έχω δει ακόμα τόπλες για να σου πω λεπτομέρειες, καστανά μαλλιά, καστανά μάτια. Κάθεται μαζί με τον δικό σου, άρα θα είναι φύτουλας και ο ίδιος. (Ευαγγελία Θεοδωρίδου, Η...λιάδα μιας έφηβης, εκδ. Πατάκης, 2023)
  2. καστανομάλλης Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοκαστανό: το σχετικό χρώμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καστανός < μεσαιωνική ελληνική καστανός < ελληνιστική κοινή κάστανον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαστανόςκαστανήκαστανό
Γενικήκαστανούκαστανήςκαστανού
Αιτιατικήκαστανόκαστανήκαστανό
Κλητικήκαστανέκαστανήκαστανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαστανοίκαστανέςκαστανά
Γενικήκαστανώνκαστανώνκαστανών
Αιτιατικήκαστανούςκαστανέςκαστανά
Κλητικήκαστανοίκαστανέςκαστανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →