Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καστροπολιτεία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιστορίαμια καλά οχυρωμένη πόλη που αναπτύσσεται μέσα σε ένα κάστρο Βικιλεξικό
    • Η καστροπολιτεία του Γερακίου είναι στην ενδοχώρα της επαρχίας Μονεμβασίας, ενώ το οχυρό της Ζαραφώνας αποτελεί συνοριακό φυλάκιο, δορυφορικό του σαφώς σημαντικότερου Γερακίου. […] Η Καστάνιτσα ήταν οχυρωμένη καστροπολιτεία με κάστρο και πύργο που ανάγεται στην εποχή του Δεσποτάτου και χτίστηκε από τους Βυζαντινούς ήδη από τον 14ο αιώνα.
    • Η Ναύπακτος ήταν ταυτισμένη με το κάστρο αφού ήταν άλλωστε καστροπολιτεία.

Ετυμολογία

καστροπολιτεία < καστρο- + πολιτεία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαστροπολιτείακαστροπολιτείες
Γενικήκαστροπολιτείαςκαστροπολιτειών
Αιτιατικήκαστροπολιτείακαστροπολιτείες
Κλητικήκαστροπολιτείακαστροπολιτείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →