κάστρο
•
- ψηλό κτίσμα με οχυρώσεις που χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη των πόλεων Βικιλεξικό
- ένα τρίτο ήταν σαν μεσαιωνικό κάστρο, κομπλέ, με τις επάλξεις, την τάφρο και τους πυργίσκους του (Παύλος Μεθενίτης, Αμανίτα μουσκάρια, μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2007)
- συνεκδοχικάτο τείχος που περιέβαλλε τις πόλεις και τις προστάτευε από τις εχθρικές επιδρομές Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός που έχει ισχυρές βάσεις που δεν μπορούν να κλονιστούν εύκολα ή προβάλλει σθεναρή αντίσταση Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάκαθετί που λειτουργεί ως εγγυητής και υπερασπιστής (αξιών θεσμών, ιδεών) Βικιλεξικό
- το κάστρο της Ορθοδοξίας
Ετυμολογία
κάστρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάστρον < λατινική castrum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάστρο | κάστρα |
| Γενική | κάστρου | κάστρων |
| Αιτιατική | κάστρο | κάστρα |
| Κλητική | κάστρο | κάστρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →