Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάστρο

/ˈka.stɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ψηλό κτίσμα με οχυρώσεις που χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη των πόλεων Βικιλεξικό
    • ένα τρίτο ήταν σαν μεσαιωνικό κάστρο, κομπλέ, με τις επάλξεις, την τάφρο και τους πυργίσκους του (Παύλος Μεθενίτης, Αμανίτα μουσκάρια, μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2007)
  2. συνεκδοχικάτο τείχος που περιέβαλλε τις πόλεις και τις προστάτευε από τις εχθρικές επιδρομές Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαυτός που έχει ισχυρές βάσεις που δεν μπορούν να κλονιστούν εύκολα ή προβάλλει σθεναρή αντίσταση Βικιλεξικό
  4. συνεκδοχικάκαθετί που λειτουργεί ως εγγυητής και υπερασπιστής (αξιών θεσμών, ιδεών) Βικιλεξικό
    • το κάστρο της Ορθοδοξίας

Ετυμολογία

κάστρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάστρον < λατινική castrum

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάστροκάστρα
Γενικήκάστρουκάστρων
Αιτιατικήκάστροκάστρα
Κλητικήκάστροκάστρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →