κατά μόνας
•
- ιδιαιτέρως, χωριστά, κατ’ ιδίαν. Βικιλεξικό
- Ο λοχαγός με πήρε κατά μόνας για να μου πει να μη φοβάμαι.
- ατομικά, χωριστά. Βικιλεξικό
- Η εργασία μπορεί να γίνει είτε κατά ομάδες είτε κατά μόνας.
Ετυμολογία
κατά μόνας : → δείτε τις λέξεις κατά και μόνος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →