Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάπρυμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςπου κατευθύνεται από την πρύμνη ή από την πλευρά αυτή του πλοίου προς το υπόλοιπο πλοίο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατάπρυμος < κατα- + πρύμη + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατάπρυμοςκατάπρυμηκατάπρυμο
Γενικήκατάπρυμουκατάπρυμηςκατάπρυμου
Αιτιατικήκατάπρυμοκατάπρυμηκατάπρυμο
Κλητικήκατάπρυμεκατάπρυμηκατάπρυμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατάπρυμοικατάπρυμεςκατάπρυμα
Γενικήκατάπρυμωνκατάπρυμωνκατάπρυμων
Αιτιατικήκατάπρυμουςκατάπρυμεςκατάπρυμα
Κλητικήκατάπρυμοικατάπρυμεςκατάπρυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →