Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατάρτιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού καταρτίζω Βικιλεξικό
  2. η εκπαίδευση, η παροχή ή απόκτηση των απαραίτητων πνευματικών εφοδίων Βικιλεξικό
    • Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)

Ετυμολογία

κατάρτιση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική καταρτίζω < ἀρτίζω < ἄρτι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂er-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατάρτισηκαταρτίσεις
Γενικήκατάρτισηςκαταρτίσεων
Αιτιατικήκατάρτισηκαταρτίσεις
Κλητικήκατάρτισηκαταρτίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →