κατάσχεση
•
- η πράξη με την οποία περιουσιακό στοιχείο κάποιου τίθεται υπό δικαστική δέσμευση και του αφαιρείται το δικαίωμα διάθεσής του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάσχεση < ελληνιστική κατάσχεσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάσχεση | κατασχέσεις |
| Γενική | κατάσχεσης | κατασχέσεων |
| Αιτιατική | κατάσχεση | κατασχέσεις |
| Κλητική | κατάσχεση | κατασχέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →