κατάτμηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατέμνω Βικιλεξικό
- βιολογίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατέμνω Βικιλεξικό
- γεωλογίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατέμνω Βικιλεξικό
- πληροφορικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατέμνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάτμηση < κατατέμνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάτμηση | κατατμήσεις |
| Γενική | κατάτμησης | κατατμήσεων |
| Αιτιατική | κατάτμηση | κατατμήσεις |
| Κλητική | κατάτμηση | κατατμήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →