καταβολίζω
•
- βιοχημείαπροκαλώ καταβολισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταβολίζω < αγγλική catabolize + -ίζω < αρχαία ελληνική καταβολή < καταβάλω < κατά + βάλλω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταβολίζω | καταβολίζεις | καταβολίζει | καταβολίζουμε | καταβολίζετε | καταβολίζουν / καταβολίζουνε |
| Παρατατικός | καταβόλιζα | καταβόλιζες | καταβόλιζε | καταβολίζαμε | καταβολίζατε | καταβολίζαν / καταβολίζανε / καταβόλιζαν |
| Αόριστος | καταβόλισα | καταβόλισες | καταβόλισε | καταβολίσαμε | καταβολίσατε | καταβολίσαν / καταβολίσανε / καταβόλισαν |
| Μέλλοντας | θα καταβολίζω / θα καταβολίσω | θα καταβολίζεις / θα καταβολίσεις | θα καταβολίζει / θα καταβολίσει | θα καταβολίζουμε / θα καταβολίσουμε | θα καταβολίζετε / θα καταβολίσετε | θα καταβολίζουν / θα καταβολίζουνε / θα καταβολίσουν / θα καταβολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταβολίσει | έχεις καταβολίσει | έχει καταβολίσει | έχουμε καταβολίσει | έχετε καταβολίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταβολίσει | είχες καταβολίσει | είχε καταβολίσει | είχαμε καταβολίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταβολίσει / να καταβολίζω / να καταβολίσω | να έχεις καταβολίσει / να καταβολίζεις / να καταβολίσεις | να έχει καταβολίσει / να καταβολίζει / να καταβολίσει | να έχουμε καταβολίσει / να καταβολίζουμε / να καταβολίσουμε | να έχετε καταβολίσει / να καταβολίζετε / να καταβολίσετε | να καταβολίζουν / να καταβολίζουνε / να καταβολίσουν / να καταβολίσουνε |
| Προστακτική | — | καταβόλιζε / καταβόλισε | — | — | καταβολίζετε / καταβολίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →