καταβολισμός
•
- βιοχημείαη λειτουργία εκείνη του οργανισμού στην οποία οι πολύπλοκες ουσίες που προσλαμβάνει μετατρέπονται σε απλούστερες, προκειμένου να απελευθερωθεί ενέργεια. Αποτελεί τύπο μεταβολισμού. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταβολισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: < αρχαία ελληνική καταβολή < καταβάλω < κατά + βάλλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταβολισμός | καταβολισμοί |
| Γενική | καταβολισμού | καταβολισμών |
| Αιτιατική | καταβολισμό | καταβολισμούς |
| Κλητική | καταβολισμέ | καταβολισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →