καταβολιάζω
•
- λαϊκότροποβάζω μέσα στο έδαφος καταβολάδες Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: καταβολεύω
Ετυμολογία
καταβολιάζω < καταβολ(άδα) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταβολιάζω | καταβολιάζεις | καταβολιάζει | καταβολιάζουμε | καταβολιάζετε | καταβολιάζουν / καταβολιάζουνε |
| Παρατατικός | καταβόλιαζα | καταβόλιαζες | καταβόλιαζε | καταβολιάζαμε | καταβολιάζατε | καταβολιάζαν / καταβολιάζανε / καταβόλιαζαν |
| Αόριστος | καταβόλιασα | καταβόλιασες | καταβόλιασε | καταβολιάσαμε | καταβολιάσατε | καταβολιάσαν / καταβολιάσανε / καταβόλιασαν |
| Μέλλοντας | θα καταβολιάζω / θα καταβολιάσω | θα καταβολιάζεις / θα καταβολιάσεις | θα καταβολιάζει / θα καταβολιάσει | θα καταβολιάζουμε / θα καταβολιάσουμε | θα καταβολιάζετε / θα καταβολιάσετε | θα καταβολιάζουν / θα καταβολιάζουνε / θα καταβολιάσουν / θα καταβολιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταβολιάσει | έχεις καταβολιάσει | έχει καταβολιάσει | έχουμε καταβολιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταβολιάσει | είχες καταβολιάσει | είχε καταβολιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταβολιάσει / να καταβολιάζω / να καταβολιάσω | να έχεις καταβολιάσει / να καταβολιάζεις / να καταβολιάσεις | να έχει καταβολιάσει / να καταβολιάζει / να καταβολιάσει | να έχουμε καταβολιάσει / να καταβολιάζουμε / να καταβολιάσουμε | να καταβολιάζετε / να καταβολιάσετε | να καταβολιάζουν / να καταβολιάζουνε / να καταβολιάσουν / να καταβολιάσουνε |
| Προστακτική | — | καταβόλιαζε / καταβόλιασε | — | — | καταβολιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταβολιάστηκακαταβολιάζομαικαταβολιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →