καταβολή
•
- η χρησιμοποίηση, η διάθεση δύναμης ή ενέργειας Βικιλεξικό
- απαιτείται η καταβολή ιδιαίτερης προσπάθειας
- για χρήματαπληρωμή ή κατάθεση Βικιλεξικό
- Εστιάζοντας στην καταβολή των συντάξεων γήρατος, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος εγχειριδίου, αυτή στοχεύει στο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι, όταν καταστούν μη ικανοί για εργασία λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, αποκτούν ένα επαρκές επίπεδο εισοδήματος για να ανταπεξέλθουν στις αναγκαίες δαπάνες ώστε να επιτύχουν τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που είχαν πριν την συνταξιοδότηση. (Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ΠΗΓΑΣΟΣ - Αντιμετωπίζοντας το έμφυλο συνταξιοδοτικό χάσμα στην Ελλάδα, Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, ανακτήθηκε στις 24/5/2026 https://sintaxi.isotita.gr/?page_id=252)
- οι απαγωγείς ζητούν την καταβολή λύτρων
- εξασθένιση Βικιλεξικό
- ο τάδε παρουσιάζει καταβολή δυνάμεων
- το ξεκίνημα, η δημιουργία του κόσμου Βικιλεξικό
- "..του αρνίου του εσφαγμένου από καταβολής κόσμου." Αποκάλυψη 13:8"
Ετυμολογία
καταβολή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταβολή (σπορά, θεμελίωμα, πληρωμή) < καταβάλλω. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + βολή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταβολή | καταβολές |
| Γενική | καταβολής | καταβολών |
| Αιτιατική | καταβολή | καταβολές |
| Κλητική | καταβολή | καταβολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →