καταγγέλλων
•
- που καταγγέλλει κάτι, που επίσημα δηλωνει ότι κάποιο άλλο άτομο ή άτομα φέρουν ευθύνη για κάτι παράνομο ή παράτυπο, που απευθύνεται στις αρχές για μια παράνομη ενέργεια που υπέπεσε στην αντιληψή του ανεξαρτήτως του αν γνωρίζει του δράστες ή όχι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταγγέλλων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταγγέλλω < αρχαία ελληνική καταγγέλλω
Άλλοι τύποι
καταγγέλλονκαταγγέλλοντακαταγγέλλοντεςκαταγγέλλοντοςκαταγγέλλουσακαταγγέλλουσαςκαταγγέλλουσεςκαταγγέλλωνκαταγγελλουσώνκαταγγελλούσηςκαταγγελλόντων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →