Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταγγέλλω

ρήμα
•
  1. κατηγορώ κάποιον για μία παράνομη πράξη και απευθύνομαι στις διωκτικές αρχές ή γενικώς γνωστοποιώ δημοσίως μία κατηγορία που προσάπτω σε κάποιον Βικιλεξικό
    • Ανοίγεις πραγματικά την ψυχή σου στο κοινό; Κι αν ναι, αισθάνεσαι πραγματικά αυτοεξόριστος, πρόσφυγας στην ίδια σου τη χώρα; Την αποκαλείς Χώρα της Φαιδράς Πορτοκαλέας, Νεοελληνιστάν και τόσα άλλα. Τι σ ' έκανε να στραφείς τόσο έντονα εναντίον της; Δεν είσαι κι εσύ, άραγε, ένας εκπρόσωπος όσων καταγγέλεις; (Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας, εκδόσεις Ίκαρος, 2012, σελ. 1976)
    • αποχώρησε από το κόμμα, καταγγέλοντας, με σχετική δήλωσή του, τον εκ Κρήτης πολιτικό για τη δημιουργία τεχνητής κρίσης ηγεσίας, προκειμένου να αποσιωπήσει τα μεγάλα προβλήματα της παράταξης και να μετατρέψει ένα κόμμα αρχών σε προσωποπαγές κόμμα. (Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Όπως τα έζησα (1981-1993), εκδ. Πατάκη, 2018)

Ετυμολογία

καταγγέλλω < αρχαία ελληνική καταγγέλλω < κατά + ἀγγέλλω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταγγέλλωκαταγγέλλειςκαταγγέλλεικαταγγέλλουμεκαταγγέλλετεκαταγγέλλουν / καταγγέλλουνε
Παρατατικόςκατάγγελλακατάγγελλεςκατάγγελλεκαταγγέλλαμεκαταγγέλλατεκατάγγελλαν / καταγγέλλαν / καταγγέλλανε
Αόριστοςκατάγγειλακατάγγειλεςκατάγγειλεκαταγγείλαμεκαταγγείλατεκατάγγειλαν / καταγγείλαν / καταγγείλανε
Μέλλονταςθα καταγγέλλω / θα καταγγείλωθα καταγγέλλεις / θα καταγγείλειςθα καταγγέλλει / θα καταγγείλειθα καταγγέλλουμε / θα καταγγείλουμεθα καταγγέλλετε / θα καταγγείλετεθα καταγγέλλουν / θα καταγγέλλουνε / θα καταγγείλουν / θα καταγγείλουνε
Παρακείμενοςέχω καταγγείλειέχεις καταγγείλειέχει καταγγείλειέχουμε καταγγείλει——
Υπερσυντέλικοςείχα καταγγείλειείχες καταγγείλειείχε καταγγείλειείχαμε καταγγείλει——
Υποτακτικήνα έχω καταγγείλει / να καταγγέλλω / να καταγγείλωνα έχεις καταγγείλει / να καταγγέλλεις / να καταγγείλειςνα έχει καταγγείλει / να καταγγέλλει / να καταγγείλεινα έχουμε καταγγείλει / να καταγγέλλουμε / να καταγγείλουμενα καταγγέλλετε / να καταγγείλετενα καταγγέλλουν / να καταγγέλλουνε / να καταγγείλουν / να καταγγείλουνε
Προστακτική—έχε καταγγελμένο / κατάγγειλε / κατάγγελλε——καταγγέλλετε / καταγγείλτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →