Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταγραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την καταγραφή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταγραφικός < καταγράφω + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταγραφικόςκαταγραφικήκαταγραφικό
Γενικήκαταγραφικούκαταγραφικήςκαταγραφικού
Αιτιατικήκαταγραφικόκαταγραφικήκαταγραφικό
Κλητικήκαταγραφικέκαταγραφικήκαταγραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταγραφικοίκαταγραφικέςκαταγραφικά
Γενικήκαταγραφικώνκαταγραφικώνκαταγραφικών
Αιτιατικήκαταγραφικούςκαταγραφικέςκαταγραφικά
Κλητικήκαταγραφικοίκαταγραφικέςκαταγραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →