καταγραφικός
•
- σχετικός με την καταγραφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταγραφικός < καταγράφω + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταγραφικός | καταγραφική | καταγραφικό |
| Γενική | καταγραφικού | καταγραφικής | καταγραφικού |
| Αιτιατική | καταγραφικό | καταγραφική | καταγραφικό |
| Κλητική | καταγραφικέ | καταγραφική | καταγραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταγραφικοί | καταγραφικές | καταγραφικά |
| Γενική | καταγραφικών | καταγραφικών | καταγραφικών |
| Αιτιατική | καταγραφικούς | καταγραφικές | καταγραφικά |
| Κλητική | καταγραφικοί | καταγραφικές | καταγραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →