καταδολιευτικός
•
- που έχει σχέση με την καταδολίευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταδολιευτικός < καταδολιεύομαι + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική frauduleux)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταδολιευτικός | καταδολιευτική | καταδολιευτικό |
| Γενική | καταδολιευτικού | καταδολιευτικής | καταδολιευτικού |
| Αιτιατική | καταδολιευτικό | καταδολιευτική | καταδολιευτικό |
| Κλητική | καταδολιευτικέ | καταδολιευτική | καταδολιευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταδολιευτικοί | καταδολιευτικές | καταδολιευτικά |
| Γενική | καταδολιευτικών | καταδολιευτικών | καταδολιευτικών |
| Αιτιατική | καταδολιευτικούς | καταδολιευτικές | καταδολιευτικά |
| Κλητική | καταδολιευτικοί | καταδολιευτικές | καταδολιευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →