Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταδολιευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την καταδολίευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταδολιευτικός < καταδολιεύομαι + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική frauduleux)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταδολιευτικόςκαταδολιευτικήκαταδολιευτικό
Γενικήκαταδολιευτικούκαταδολιευτικήςκαταδολιευτικού
Αιτιατικήκαταδολιευτικόκαταδολιευτικήκαταδολιευτικό
Κλητικήκαταδολιευτικέκαταδολιευτικήκαταδολιευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταδολιευτικοίκαταδολιευτικέςκαταδολιευτικά
Γενικήκαταδολιευτικώνκαταδολιευτικώνκαταδολιευτικών
Αιτιατικήκαταδολιευτικούςκαταδολιευτικέςκαταδολιευτικά
Κλητικήκαταδολιευτικοίκαταδολιευτικέςκαταδολιευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →