καταδολιεύομαι
•
- λόγιοχρησιμοποιώντας δόλο εξαπατώ κάποιον (ιδίως ως νομικός όρος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταδολιεύομαι < κατα- + ελληνιστική κοινή δολιεύομαι (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική frauder )
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταδολιεύομαι | καταδολιεύεσαι | καταδολιεύεται | καταδολιευόμαστε | καταδολιεύεστε | καταδολιεύονται |
| Παρατατικός | καταδολιευόμουν / καταδολιευόμουνα | καταδολιευόσουν / καταδολιευόσουνα | καταδολιευόταν / καταδολιευότανε | καταδολιευόμασταν / καταδολιευόμαστε | καταδολιευόσασταν / καταδολιευόσαστε | καταδολιευόντουσαν / καταδολιεύονταν |
| Αόριστος | καταδολιεύτηκα | καταδολιεύτηκες | καταδολιεύτηκε | καταδολιευτήκαμε | καταδολιευτήκατε | καταδολιευτήκαν / καταδολιευτήκανε / καταδολιεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα καταδολιευτώ / θα καταδολιεύομαι | θα καταδολιευτείς / θα καταδολιεύεσαι | θα καταδολιευτεί / θα καταδολιεύεται | θα καταδολιευτούμε / θα καταδολιευόμαστε | θα καταδολιευτείτε / θα καταδολιεύεστε | θα καταδολιευτούν / θα καταδολιευτούνε / θα καταδολιεύονται |
| Παρακείμενος | έχω καταδολιευτεί | έχεις καταδολιευτεί | έχει καταδολιευτεί | έχουμε καταδολιευτεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταδολιευτεί | είχες καταδολιευτεί | είχε καταδολιευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταδολιευτεί / να καταδολιευτώ / να καταδολιεύομαι | να έχεις καταδολιευτεί / να καταδολιευτείς / να καταδολιεύεσαι | να έχει καταδολιευτεί / να καταδολιευτεί / να καταδολιεύεται | να έχουμε καταδολιευτεί / να καταδολιευτούμε / να καταδολιευόμαστε | να καταδολιευτείτε / να καταδολιεύεστε | να καταδολιευτούν / να καταδολιευτούνε / να καταδολιεύονται |
| Προστακτική | — | καταδολιεύσου | — | — | καταδολιευτείτε / καταδολιεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →