Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταδρομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τις καταδρομές ή που χρησιμοποιείται γι' αυτές Βικιλεξικό
    • καταδρομικές επιχειρήσεις, καταδρομικά πλοία
  2. ουσιαστικοποιημένοκαταδρομικό Βικιλεξικό
  3. νεολογισμόςο κατάδρομος ιχθύς, το κατάδρομο ψάρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταδρομικός < καταδρομ(ή) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταδρομικόςκαταδρομικήκαταδρομικό
Γενικήκαταδρομικούκαταδρομικήςκαταδρομικού
Αιτιατικήκαταδρομικόκαταδρομικήκαταδρομικό
Κλητικήκαταδρομικέκαταδρομικήκαταδρομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταδρομικοίκαταδρομικέςκαταδρομικά
Γενικήκαταδρομικώνκαταδρομικώνκαταδρομικών
Αιτιατικήκαταδρομικούςκαταδρομικέςκαταδρομικά
Κλητικήκαταδρομικοίκαταδρομικέςκαταδρομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →