καταδυτικός
•
- για εξοπλισμόπου χρησιμεύει στην κατάδυση Βικιλεξικό
- φυσικήειδικός φακός που διαθλά το φως, λόγω παρεμβολής υγρού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταδυτικός < κατάδυση (κατα- + -δυτ- + -ικός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταδυτικός | καταδυτική | καταδυτικό |
| Γενική | καταδυτικού | καταδυτικής | καταδυτικού |
| Αιτιατική | καταδυτικό | καταδυτική | καταδυτικό |
| Κλητική | καταδυτικέ | καταδυτική | καταδυτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταδυτικοί | καταδυτικές | καταδυτικά |
| Γενική | καταδυτικών | καταδυτικών | καταδυτικών |
| Αιτιατική | καταδυτικούς | καταδυτικές | καταδυτικά |
| Κλητική | καταδυτικοί | καταδυτικές | καταδυτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →