Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταδυτικός

/ka.ta.ði.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για εξοπλισμόπου χρησιμεύει στην κατάδυση Βικιλεξικό
  2. φυσικήειδικός φακός που διαθλά το φως, λόγω παρεμβολής υγρού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταδυτικός < κατάδυση (κατα- + -δυτ- + -ικός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταδυτικόςκαταδυτικήκαταδυτικό
Γενικήκαταδυτικούκαταδυτικήςκαταδυτικού
Αιτιατικήκαταδυτικόκαταδυτικήκαταδυτικό
Κλητικήκαταδυτικέκαταδυτικήκαταδυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταδυτικοίκαταδυτικέςκαταδυτικά
Γενικήκαταδυτικώνκαταδυτικώνκαταδυτικών
Αιτιατικήκαταδυτικούςκαταδυτικέςκαταδυτικά
Κλητικήκαταδυτικοίκαταδυτικέςκαταδυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →