καταιονίζομαι
•
- κάνω ντουζ, λούζομαι Βικιλεξικό
- βρέχομαι με νερό που πέφτει με ορμή από πάνω σαν βροχή, καταβρέχομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταιονίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος καταιονίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταιονίζομαι | καταιονίζεσαι | καταιονίζεται | καταιονιζόμαστε | καταιονίζεστε | καταιονίζονται |
| Παρατατικός | καταιονιζόμουν / καταιονιζόμουνα | καταιονιζόσουν / καταιονιζόσουνα | καταιονιζόταν / καταιονιζότανε | καταιονιζόμασταν / καταιονιζόμαστε | καταιονιζόσασταν / καταιονιζόσαστε | καταιονίζονταν / καταιονιζόντουσαν |
| Αόριστος | καταιονίστηκα | καταιονίστηκες | καταιονίστηκε | καταιονιστήκαμε | καταιονιστήκατε | καταιονίστηκαν / καταιονιστήκαν / καταιονιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα καταιονίζομαι / θα καταιονιστώ | θα καταιονίζεσαι / θα καταιονιστείς | θα καταιονίζεται / θα καταιονιστεί | θα καταιονιζόμαστε / θα καταιονιστούμε | θα καταιονίζεστε / θα καταιονιστείτε | θα καταιονίζονται / θα καταιονιστούν / θα καταιονιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω καταιονιστεί | έχεις καταιονιστεί | έχει καταιονιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταιονιστεί | είχες καταιονιστεί | είχε καταιονιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταιονιστεί / να καταιονίζομαι / να καταιονιστώ | να έχεις καταιονιστεί / να καταιονίζεσαι / να καταιονιστείς | να έχει καταιονιστεί / να καταιονίζεται / να καταιονιστεί | να καταιονιζόμαστε / να καταιονιστούμε | να καταιονίζεστε / να καταιονιστείτε | να καταιονίζονται / να καταιονιστούν / να καταιονιστούνε |
| Προστακτική | — | καταιονίζου / καταιονίσου | — | — | καταιονίζεστε / καταιονιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →