Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταιονητήρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. συσκευή ντους, λουσίματος ή πλυσίματος του σώματος με νερό στο λουτρό Βικιλεξικό
  2. συσκευή πυρόσβεσης, καταιονισμού Βικιλεξικό
    • Οι καταιονητήρες τοποθετούνται κάτω από την οροφή, κάτω από την εσχάρα ανάρτησης σκηνικών, στο υποσκήvιo, στους βοηθητικούς χώρους, στα καμαρίνια, στις αποθήκες και στα εργαστήρια που η χρήση τους είναι συνυφασμένη με τη λειτουργία της σκηνής. Καταιονητήρες πρέπει να τοποθετούνται στην περίμετρο όλων των ανοιγμάτων που αφήνονται στο πάτωμα της σκηνής. (ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 41, Κανονισμός Πυροπροστασίας Κτιρίων. Τεύχος Α’ 80/07.05.2018, σελ. 7870)
  3. συσκευή υποκλυσμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταιονητήρας < αρχαία ελληνική καταιονάω / καταιονῶ, καταιονη- + -τήρας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταιονητήραςκαταιονητήρες
Γενικήκαταιονητήρακαταιονητήρων
Αιτιατικήκαταιονητήρακαταιονητήρες
Κλητικήκαταιονητήρακαταιονητήρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →