Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατακεραυνώνω

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάκεραυνοβολώ Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάμε αυστηρότητα επιτιμώ κάποιον (με λόγια, κινήσεις ή συμπεριφορά), τον δυσαρεστώ και τον αφήνω άναυδο, χωρίς περιθώρια αντίδρασης Βικιλεξικό
    • χ.η. ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛ. ΠΑΛΛΗ, σελ. 108

Ετυμολογία

κατακεραυνώνω < ελληνιστική κοινή κατακεραυνόω / κατακεραυνῶ < κατα- + αρχαία ελληνική κεραυνόω < κεραυνός (2. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική foudroyer)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκατακεραυνώνωκατακεραυνώνειςκατακεραυνώνεικατακεραυνώνουμεκατακεραυνώνετεκατακεραυνώνουν / κατακεραυνώνουνε
Παρατατικόςκατακεραύνωνακατακεραύνωνεςκατακεραύνωνεκατακεραυνώναμεκατακεραυνώνατεκατακεραυνώναν / κατακεραυνώνανε / κατακεραύνωναν
Αόριστοςκατακεραύνωσακατακεραύνωσεςκατακεραύνωσεκατακεραυνώσαμεκατακεραυνώσατεκατακεραυνώσαν / κατακεραυνώσανε / κατακεραύνωσαν
Μέλλονταςθα κατακεραυνώνω / θα κατακεραυνώσωθα κατακεραυνώνεις / θα κατακεραυνώσειςθα κατακεραυνώνει / θα κατακεραυνώσειθα κατακεραυνώνουμε / θα κατακεραυνώσουμεθα κατακεραυνώνετε / θα κατακεραυνώσετεθα κατακεραυνώνουν / θα κατακεραυνώνουνε / θα κατακεραυνώσουν / θα κατακεραυνώσουνε
Παρακείμενοςέχω κατακεραυνώσειέχεις κατακεραυνώσειέχει κατακεραυνώσειέχουμε κατακεραυνώσειέχετε κατακεραυνώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κατακεραυνώσειείχες κατακεραυνώσειείχε κατακεραυνώσειείχαμε κατακεραυνώσει——
Υποτακτικήνα έχω κατακεραυνώσει / να κατακεραυνώνω / να κατακεραυνώσωνα έχεις κατακεραυνώσει / να κατακεραυνώνεις / να κατακεραυνώσειςνα έχει κατακεραυνώσει / να κατακεραυνώνει / να κατακεραυνώσεινα έχουμε κατακεραυνώσει / να κατακεραυνώνουμε / να κατακεραυνώσουμενα έχετε κατακεραυνώσει / να κατακεραυνώνετε / να κατακεραυνώσετενα κατακεραυνώνουν / να κατακεραυνώνουνε / να κατακεραυνώσουν / να κατακεραυνώσουνε
Προστακτική—κατακεραύνωνε / κατακεραύνωσε——κατακεραυνώνετε / κατακεραυνώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →