κεραυνός
•
- μετεωρολογίαηλεκτρική εκκένωση που συνοδεύεται από εκτυφλωτική λάμψη (αστραπή) και βίαιη έκρηξη (βροντή) Βικιλεξικό
- μεταφορικά: Βικιλεξικό
- το άκουσμα του θανάτου του πατέρα του, του ήρθε σαν κεραυνός
- Κι έπεσε η είδηση του θανάτου του Περικλή σαν κεραυνός στο γελαστό χαρούμενο σπίτι.. (Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου, 1937)
- μεταφορικά: Βικιλεξικό
- με το που έλαβε το λόγο, άρχισε να πετά κεραυνούς στο αποσβολωμένο ακροατήριο
Ετυμολογία
κεραυνός < αρχαία ελληνική κεραυνός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱerh₂- (θραύω, θρυμματίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεραυνός | κεραυνοί |
| Γενική | κεραυνού | κεραυνών |
| Αιτιατική | κεραυνό | κεραυνούς |
| Κλητική | κεραυνέ | κεραυνοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →