Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατακλυσμιαίος

/ka.ta.kli.zmiˈe.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον κατακλυσμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατακλυσμιαίος < κατακλυσμός + -ιαίος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική diluvien)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατακλυσμιαίοςκατακλυσμιαίακατακλυσμιαίο
Γενικήκατακλυσμιαίουκατακλυσμιαίαςκατακλυσμιαίου
Αιτιατικήκατακλυσμιαίοκατακλυσμιαίακατακλυσμιαίο
Κλητικήκατακλυσμιαίεκατακλυσμιαίακατακλυσμιαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατακλυσμιαίοικατακλυσμιαίεςκατακλυσμιαία
Γενικήκατακλυσμιαίωνκατακλυσμιαίωνκατακλυσμιαίων
Αιτιατικήκατακλυσμιαίουςκατακλυσμιαίεςκατακλυσμιαία
Κλητικήκατακλυσμιαίοικατακλυσμιαίεςκατακλυσμιαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →