κατακλυσμός
•
- η κάλυψη της γης από πλημμύρα Βικιλεξικό
- γνωστοί από την ιστορία και τη μυθολογία κατακλυσμοί είναι ο κατακλυσμός του Νώε, ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα, ο Ωγύγιος κατακλυσμός κ.ά.
- συνεκδοχικάη ραγδαία βροχή, η πλημμύρα από βροχή Βικιλεξικό
- μεταφορικάη αφθονία και το μεγάλο πλήθος Βικιλεξικό
- ακολούθησε κατακλυσμός από παράπονα
Ετυμολογία
κατακλυσμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατακλυσμός < κατακλύζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατακλυσμός | κατακλυσμοί |
| Γενική | κατακλυσμού | κατακλυσμών |
| Αιτιατική | κατακλυσμό | κατακλυσμούς |
| Κλητική | κατακλυσμέ | κατακλυσμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →