κατακοκκινίζω
•
- γίνομαι εντελώς κόκκινος, κοκκινίζω τελείως Βικιλεξικό
- Κατακοκκίνισα από το θυμό μου: "Είσαι ψεύτης, το λοιπόν;" του φώναξα. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
Ετυμολογία
κατακοκκινίζω < κατα- + κοκκινίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατακοκκινίζω | κατακοκκινίζεις | κατακοκκινίζει | κατακοκκινίζουμε | κατακοκκινίζετε | κατακοκκινίζουν / κατακοκκινίζουνε |
| Παρατατικός | κατακοκκίνιζα | κατακοκκίνιζες | κατακοκκίνιζε | κατακοκκινίζαμε | κατακοκκινίζατε | κατακοκκίνιζαν / κατακοκκινίζαν / κατακοκκινίζανε |
| Αόριστος | κατακοκκίνισα | κατακοκκίνισες | κατακοκκίνισε | κατακοκκινίσαμε | κατακοκκινίσατε | κατακοκκίνισαν / κατακοκκινίσαν / κατακοκκινίσανε |
| Μέλλοντας | θα κατακοκκινίζω / θα κατακοκκινίσω | θα κατακοκκινίζεις / θα κατακοκκινίσεις | θα κατακοκκινίζει / θα κατακοκκινίσει | θα κατακοκκινίζουμε / θα κατακοκκινίσουμε | θα κατακοκκινίζετε / θα κατακοκκινίσετε | θα κατακοκκινίζουν / θα κατακοκκινίζουνε / θα κατακοκκινίσουν / θα κατακοκκινίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατακοκκινίσει | έχεις κατακοκκινίσει | έχει κατακοκκινίσει | έχουμε κατακοκκινίσει | έχετε κατακοκκινίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατακοκκινίσει | είχες κατακοκκινίσει | είχε κατακοκκινίσει | είχαμε κατακοκκινίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατακοκκινίσει / να κατακοκκινίζω / να κατακοκκινίσω | να έχεις κατακοκκινίσει / να κατακοκκινίζεις / να κατακοκκινίσεις | να έχει κατακοκκινίσει / να κατακοκκινίζει / να κατακοκκινίσει | να έχουμε κατακοκκινίσει / να κατακοκκινίζουμε / να κατακοκκινίσουμε | να έχετε κατακοκκινίσει / να κατακοκκινίζετε / να κατακοκκινίσετε | να κατακοκκινίζουν / να κατακοκκινίζουνε / να κατακοκκινίσουν / να κατακοκκινίσουνε |
| Προστακτική | — | κατακοκκίνιζε / κατακοκκίνισε | — | — | κατακοκκινίζετε / κατακοκκινίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →