Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατακρημνίζω

ρήμα
•
  1. λόγιογκρεμίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατακρημνίζω < αρχαία ελληνική κατακρημνίζω < κατά + κρημνίζω < κρημνός

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκατακρημνίζωκατακρημνίζειςκατακρημνίζεικατακρημνίζουμεκατακρημνίζετεκατακρημνίζουν / κατακρημνίζουνε
Παρατατικόςκατακρήμνιζακατακρήμνιζεςκατακρήμνιζεκατακρημνίζαμεκατακρημνίζατεκατακρήμνιζαν / κατακρημνίζαν / κατακρημνίζανε
Αόριστοςκατακρήμνισακατακρήμνισεςκατακρήμνισεκατακρημνίσαμεκατακρημνίσατεκατακρήμνισαν / κατακρημνίσαν / κατακρημνίσανε
Μέλλονταςθα κατακρημνίζω / θα κατακρημνίσωθα κατακρημνίζεις / θα κατακρημνίσειςθα κατακρημνίζει / θα κατακρημνίσειθα κατακρημνίζουμε / θα κατακρημνίσουμεθα κατακρημνίζετε / θα κατακρημνίσετεθα κατακρημνίζουν / θα κατακρημνίζουνε / θα κατακρημνίσουν / θα κατακρημνίσουνε
Παρακείμενοςέχω κατακρημνίσειέχεις κατακρημνίσειέχει κατακρημνίσειέχουμε κατακρημνίσειέχετε κατακρημνίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κατακρημνίσειείχες κατακρημνίσειείχε κατακρημνίσειείχαμε κατακρημνίσει——
Υποτακτικήνα έχω κατακρημνίσει / να κατακρημνίζω / να κατακρημνίσωνα έχεις κατακρημνίσει / να κατακρημνίζεις / να κατακρημνίσειςνα έχει κατακρημνίσει / να κατακρημνίζει / να κατακρημνίσεινα έχουμε κατακρημνίσει / να κατακρημνίζουμε / να κατακρημνίσουμενα έχετε κατακρημνίσει / να κατακρημνίζετε / να κατακρημνίσετενα κατακρημνίζουν / να κατακρημνίζουνε / να κατακρημνίσουν / να κατακρημνίσουνε
Προστακτική—κατακρήμνιζε / κατακρήμνισε——κατακρημνίζετε / κατακρημνίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →