κατακτητικός
•
- ο σχετικός με κατάκτηση ή με κατακτητή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατακτητικός < κατακτώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατακτητικός | κατακτητική | κατακτητικό |
| Γενική | κατακτητικού | κατακτητικής | κατακτητικού |
| Αιτιατική | κατακτητικό | κατακτητική | κατακτητικό |
| Κλητική | κατακτητικέ | κατακτητική | κατακτητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατακτητικοί | κατακτητικές | κατακτητικά |
| Γενική | κατακτητικών | κατακτητικών | κατακτητικών |
| Αιτιατική | κατακτητικούς | κατακτητικές | κατακτητικά |
| Κλητική | κατακτητικοί | κατακτητικές | κατακτητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →