κατακτώ
•
- κυριεύω μια περιοχή ή μια χώρα, συνήθως χρησιμοποιώντας στρατιωτική δύναμη κι αφαιρώντας την πολιτική της ανεξαρτησία Βικιλεξικό
- Ο Μέγας Αλέξανδρος κατέκτησε την Ασία.
- αποκτώ πρόσβαση σε ένα χώρο που δεν είχα πριν Βικιλεξικό
- Ο άνθρωπος κατέκτησε το φεγγάρι.
- αποκτώ κάτι με επίμονες προσπάθειες, επιτυγχάνω ένα στόχο Βικιλεξικό
- Η ομάδα επιδιώκει να κατακτήσει το πρωτάθλημα.
- ασκώ θετική επίδραση σε κάποιον με τη συμπεριφορά μου Βικιλεξικό
- Μας έχει κατακτήσει με την ευγένειά του.
- προκαλώ ερωτική έλξη και ενδιαφέρον σε κάποιον Βικιλεξικό
- Δεν δυσκολευόταν να κατακτήσει τις γυναίκες με το χαμόγελό του.
Ετυμολογία
κατακτώ < αρχαία ελληνική κατακτάομαι / κατακτῶμαι < κατά + κτάομαι / κτῶμαι ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conquérir)
Άλλοι τύποι
κατακτιέμαικατακτώμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →