κατακυρώνω
•
- κάνω κάτι να είναι έγκυρο Βικιλεξικό
- νομικός όροςαναγνωρίζω επίσημα το δικαίωμα κάποιου να έχει κάτι στην κατοχή του Βικιλεξικό
- ειδικότεραεγκρίνω την πλειοδοτική προσφορά κάποιου σε δημοπρασία και του μεταβιβάζω την κυριότητα κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατακυρώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατακυρ(ῶ_, συνηρημένος τύπος του κατακυρόω + -ώνω < κατα- + κυρόω / κυρῶ < κῦρος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατακυρώνω | κατακυρώνεις | κατακυρώνει | κατακυρώνουμε | κατακυρώνετε | κατακυρώνουν / κατακυρώνουνε |
| Παρατατικός | κατακύρωνα | κατακύρωνες | κατακύρωνε | κατακυρώναμε | κατακυρώνατε | κατακυρώναν / κατακυρώνανε / κατακύρωναν |
| Αόριστος | κατακύρωσα | κατακύρωσες | κατακύρωσε | κατακυρώσαμε | κατακυρώσατε | κατακυρώσαν / κατακυρώσανε / κατακύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα κατακυρώνω / θα κατακυρώσω | θα κατακυρώνεις / θα κατακυρώσεις | θα κατακυρώνει / θα κατακυρώσει | θα κατακυρώνουμε / θα κατακυρώσουμε | θα κατακυρώνετε / θα κατακυρώσετε | θα κατακυρώνουν / θα κατακυρώνουνε / θα κατακυρώσουν / θα κατακυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατακυρώσει | έχεις κατακυρώσει | έχει κατακυρώσει | έχουμε κατακυρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατακυρώσει | είχες κατακυρώσει | είχε κατακυρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατακυρώσει / να κατακυρώνω / να κατακυρώσω | να έχεις κατακυρώσει / να κατακυρώνεις / να κατακυρώσεις | να έχει κατακυρώσει / να κατακυρώνει / να κατακυρώσει | να έχουμε κατακυρώσει / να κατακυρώνουμε / να κατακυρώσουμε | να κατακυρώνετε / να κατακυρώσετε | να κατακυρώνουν / να κατακυρώνουνε / να κατακυρώσουν / να κατακυρώσουνε |
| Προστακτική | — | κατακύρωνε / κατακύρωσε | — | — | κατακυρώνετε / κατακυρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατακυρώθηκακατακυρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →